
Όλοι έχουμε βρεθεί μια φορά έστω να τρέχουμε με το ποδήλατό μας, σε έναν δρόμο ντυμένο με χρυσάφι. Ο ήλιος μας τυφλώνει και τυλίγει το τοπίο σε μια πορτοκαλί ομίχλη που ομίχλη δεν είναι. Κι έχουμε κοιτάξει με έκσταση τα δέντρα που έχουν αυτό το βαρύ πράσινο χρώμα κι οι κορυφές τους, χάνονται σκούρες στον παραμυθένιο ουρανό. Εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή, όλα κυλάνε πιο αργά και βλέπουμε την σκόνη που ταξιδεύει νωχελικά τριγύρω μας. Ακόμα κι ο ήχος σωπαίνει για να μπορέσουμε να γίνουμε κομμάτι του κόσμου μας, μόνο για εκείνη την στιγμή.
Η καρδιά θέλει λίγο να τρέξει, λίγο να τραγουδήσει και λίγο να παγώσει τον χρόνο. Με λίγα λόγια, θα 'λεγε κανείς πως η καρδιά θέλει να παίξει.
Μας τυφλώνει ο δρόμος, έτσι όπως γυαλίζει κάτω από το δυνατό φως και οι αισθήσεις μας περνούν από τα μάτια μας, μα τα μάτια μας δεν μπορούν να συγκρατήσουν τίποτα παραπάνω από την στιγμή. Την στιγμή που σαν φωτογραφία κρατάμε στο μυαλό μας. Ο άνεμος που μας ταλαιπωρούσε στο ταξίδι μας έχει πια κοπάσει κι η ζέστη έχει χαθεί, όλα είναι ιδανικά τότε, απόλυτα κι ιδανικά.
Ευτυχώς θα έρθει η νύχτα και την επόμενη ημέρα θα έρθει πάλι η ζέστη, το γραφείο, τα αυτοκίνητα, οι οθόνες κι όλα αυτά θα χαθούν ώσπου η στιγμή με τον δρόμο που λάμπει και την πορτοκαλί σκόνη θα ξανάρθει.
Κι ο δρόμος θα ξαναγίνει χρυσός κι ο άνεμος θα κοπάσει και η ζέστη θα εξατμιστεί.
Τελευταία Ενημέρωση ( Δευτέρα, 07 Σεπτέμβριος 2009 21:23 )
Παρασκευή, 03 Ιούλιος 2009 20:00
Γιώργος

Κοίταξε μπροστά τον δρόμο που ανηφόριζε. Ο αχνός της ασφάλτου έκανε το τοπίο να χορεύει στα μάτια του. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τα τζιτζίκια.
Είχε περάσει πολλή ώρα από την στιγμή που ξεκίνησε την ανάβασή του. Τα πόδια του τον καίγανε και όλο του το σώμα ήταν καλυμμένο με ιδρώτα. Αλλά το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα έφτανε στην κορυφή και θα έκανε τα πάντα για να κρατήσει αυτή του την υπόσχεση κι ούτε ο πόνος, ούτε ο ιδρώτας μπορούσαν να κάμψουν τον αγώνα του.
Γιατί αν τα παρατούσε τώρα, η προσπάθειά του μέχρι εκεί θα ήταν ανούσια, άγευστη. Γιατί θα άκουγε το όνομα του βουνού και θα ήξερε πως εκεί, εκείνος είχε αποτύχει.
Κι έβαλε το παγούρι του στην θήκη, φόρεσε και το κράνος του κι άρχισε να ποδηλατεί ξανά. Σε κάποιες στροφές κοιτούσε την θάλασσα από ψηλά και φούσκωνε από υπερηφάνεια για όσο είχε καταφέρει να ανέβει.
Τελευταία Ενημέρωση ( Δευτέρα, 07 Σεπτέμβριος 2009 21:24 )