Είχε την θήκη της κιθάρας περασμένη στον ώμο και είχε ακόμα το σαραβαλάκι του να τρίζει κουρασμένα κάτω από τα πόδια του, κάθε φορά που γυρνούσαν τα πετάλια. Είχε ακόμα και μια καρδιά να χτυπάει σαν τρελή κάθε φορά που την έβλεπε να χαμογελά, όμως εκεί τελείωναν τα υπάρχοντά του. Άλλο δεν είχε κι όλα ήταν γύρω του ήταν γκρίζα και θορυβώδη, σαν τα αυτοκίνητα που τον προσπερνούσαν φλύαρα.
Τα βράδυα πριν κοιμηθεί σκεφτόταν όσα μπορούσε να της πει, κι ήταν όλα τόσο όμορφα και έξυπνα, που εκείνη συνεχώς χαμογελούσε. Τα πρωινά που ξυπνούσε για να πάει στη δουλειά, έβαζε την αγάπη του στα πετάλια και πετούσε στον δρόμο. Μα όταν τελικά την έβλεπε, από μέσα του έβγαινε μοναχά αμηχανία και κρύα αστεία και το απεγνωσμένο βλέμμα του ανθρώπου που παλεύει να σώσει ένα ναυάγιο. Εκνευρισμένος με τον εαυτό του, τα βράδυα στρίμωχνε πάνω στα πετάλια του τον θυμό για τον εαυτό του. Και το σαραβαλάκι πάλι κυλούσε, τρίζοντας κουρασμένα.
Κι έτσι, ο δρόμος δεν ήταν ποτέ ο ίδιος. Η επιστροφή είναι πάντα φτιαγμένη από ανηφόρες.
Διάβασε περισσότερα
Πρόσθεσε σχόλιο (0)
Προβολές: 268



Ήταν απλά ελεύθερη, νομίζω πως καμία άλλη λέξη δεν μπορούσε να περιγράψει καλύτερα αυτό που του έδινε εκείνη η εικόνα… Απορροφούσε αυτή την ελευθερία, κλεισμένος στο αυτοκίνητό του, σαν σφουγγάρι. Ο χρόνος είχε σταματήσει κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο, σαν τα αυτοκίνητα μπροστά του. Το ραδιόφωνο επαναλάμβανε μονότονα για το αναποδογυρισμένο βυτιοφόρο που είχε δημιουργήσει ουρές χιλιομέτρων στην Εθνική.














