Ίσως το πρόβλημα τελικά να ήταν ο χαρακτήρας του. Ήταν από την φύση του απλός και αν έπρεπε να διακοσμήσει τον εαυτό με κάτι, δεν θα επέλεγε τις πολύχρωμες γιρλάντες και τα ζωηρά φωτάκια. Όπως το δωματιάκι του, το μέρος όπου έκρυβε το κορίτσι του τις νύχτες, μια παλιά αποθήκη που είχε βάψει και είχε στολίσει με βιβλία και καραβάκια (ότι έχει ανάγκη για να ταξιδέψει κανείς), φωτισμένο από το αδύναμο φως των κεριών και από μια μικρή ηλεκτρική σόμπα σε μια γωνιά. Εκείνος, σε τέτοια μέρη ένιωθε όμορφα. Κι εκείνα τα βράδια, ήταν τελικά, από τα λίγα πράγματα που δίνουν νόημα στη ζωή.
Αλλά μέχρι τότε είχε πολλές ώρες στην διάθεσή του με μόνη συντροφιά το ποδήλατο. Κι όλο προχωρούσε μέσα στο πλήθος, χαζεύοντας τις συζητήσεις των ανθρώπων, καθώς επιδείκνυαν με περίσσιο καμάρι ο ένας στον άλλο, τις καινούργιες, τόσο μέσα στη μόδα, μπότες... Του φαινόταν λίγο χαζό όλο αυτό, αναρωτιόταν αν οι άνθρωποι είχαν πραγματικά ανάγκη από πολύχρωμες μπότες ή αν θα τους αρκούσε μια βόλτα με το ποδήλατο για να χαρούν την Κυριακή τους. Αν πραγματικά όλα αυτά τα χρώματα μπορούσαν να ανοίξουν την καρδιά και να την αφήσουν εκτεθειμένη σε ότι όμορφο φέρνουν οι Κυριακές, αν τα πόδια τους θα γίνονταν πιο ελαφριά για να φτάνουν πιο γρήγορα στα δικά τους δωματιάκια, αν θα αισθάνονταν πιο καθαρά τα χάδια του αέρα, και τους χτύπους της καρδιάς στις ανηφόρες, κι ακόμα το άγγιγμα όλων των πραγμάτων που υπάρχουν όσο εμείς είμαστε αρκετά ελεύθεροι για να τα δημιουργήσουμε...
Και με τις σκέψεις αυτές στο μυαλό, και την μοναξιά του διαφορετικού στην καρδιά, έδινε όλο και περισσότερη δύναμη στα πετάλια, και στο τέλος της κάθε ανηφόρας συναντούσε την αρχή κάθε κατηφόρας, χαμογελώντας πονηρά καθώς τα πατήματά του γίνονταν πιο ελαφριά. Τότε η ταχύτητα αυξανόταν, και το αίσθημα της ελευθερίας χάιδευε το σώμα του καθώς προσπερνούσε το πολύχρωμο πλήθος χωρίς να νοιάζεται γι αυτό. Πατούσε στις λάσπες που ο κόσμος απέφευγε για να μην λερώσει την πολύχρωμη ουσία της Κυριακής του, έτρεχε στα αυλάκια που οι ξύλινες σόλες γλιστρούσαν, πετούσε πάνω από τις σχάρες που κάποια τακούνια είχαν παγιδευτεί κι όλο χαμογελούσε καθώς ο ξένος κόσμος απομακρυνόταν και τον άφηνε στην ησυχία του, να χαίρεται με τον άνεμο και την ταχύτητα και να στοιβάζει τα χρώματα στην καρδιά του που ένιωθε ελεύθερη, κι όχι στα πόδια.
Γιατί εκείνος με την καρδιά του έτρεχε. Και στα μάτια του οι μπότες αυτές ήταν μονάχα πατερίτσες πολυτελείας αγορασμένες από ανθρώπους που περπατούν κανονικά και για πατερίτσες ανάγκη καμιά δεν έχουν. Κι όλο προχωρούν σαν στρατιωτάκια σε γραμμή, που περήφανα νομίζουν πως ο βηματισμός τους, δική τους είναι επιλογή. Ακόμα και με τα αλλόκοτα χρώματα, τα βήματά τους είναι πάντα σοβαρά και μετρημένα, καθώς υπολογίζουν την κάθε λακκούβα και το κάθε ύψωμα, μην μπορώντας να φανταστούν πως σε αυτούς τους δρόμους, θα μπορούσαν ξέγνοιαστα να αφεθούν και να κυλήσουν...
Aγαπημένο
Αποστολή με Email
Προβολές: 440
Σχόλια (0)

Γράψε σχόλιο


















